θλίβω


θλίβω
θλίβω ['давить'] теснить, мучить

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "θλίβω" в других словарях:

  • θλιβώ — θλιβῶ (Μ) (ενεργ. και μέσ.) θλίβομαι, λυπάμαι, στενοχωριέμαι. [ΕΤΥΜΟΛ. < θλιβός ή μεταπλασμένος τ. τού θλίβω αναλογικά προς συνώνυμα ρήματα (π.χ. λυπώ)] …   Dictionary of Greek

  • θλίβω — βλ. πίν. 7 (μόνο στον ενεστ. και παρατατ.) …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • θλίβω — (ΑΜ θλίβω) 1. πιέζω κάτι δυνατά ώστε να ελαττωθεί ο όγκος του, συμπιέζω, σφίγγω, ζουλώ, ζουλίζω 2. στενοχωρώ, προξενώ λύπη, προκαλώ ψυχική πίεση, στενοχώρια («μέ θλίβει η στάση του») 3. (μέσ. και παθ.) θλίβομαι λυπάμαι, αισθάνομαι θλίψη,… …   Dictionary of Greek

  • θλίβω — θλί̱βω , θλίβω squeeze pres subj act 1st sg θλί̱βω , θλίβω squeeze pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θλίβω — έθλιψα, θλίφτηκα και θλίβηκα, θλιμμένος 1. προξενώ λύπη, στενοχωρώ: Με θλίβει το γεγονός αυτό. – Έθλιψε την Ελλάδα νύχτα αιώνων (Κάλβος). 2. ζουλώ, πιέζω. 3. το παθ., θλίβομαι λυπάμαι, στενοχωριέμαι: Θλίβομαι που τον βλέπω σε τέτοια κατάσταση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • θλῖβον — θλίβω squeeze pres part act masc voc sg θλίβω squeeze pres part act neut nom/voc/acc sg θλίβω squeeze imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) θλίβω squeeze imperf ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θλῖψον — θλίβω squeeze aor imperat act 2nd sg θλίβω squeeze fut part act masc voc sg θλίβω squeeze fut part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θλῖβε — θλίβω squeeze pres imperat act 2nd sg θλίβω squeeze imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θλῖψαι — θλίβω squeeze aor imperat mid 2nd sg θλίβω squeeze aor inf act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θλῖψαν — θλίβω squeeze aor part act neut nom/voc/acc sg θλίβω squeeze aor ind act 3rd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θλῖψε — θλίβω squeeze aor ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)